Οι καταχρηστικοί όροι σε συμβάσεις κινητής τηλεφωνίας

 

Για τον έλεγχο του κύρους των γενικών όρων συναλλαγών (ΓΟΣ) στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτών και προμηθευτών και κυρίως της καταχρηστικότητας αυτών, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 "Περί προστασίας των καταναλωτών", που ενσωμάτωσαν την οδηγία 93/13/ΕΟΚ της 5.4.1993 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.3587/2007, με ενσωμάτωση της οδηγίας 2005/29 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Κατα το άρθρο 2 παρ.6 του του Ν.2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.24 εδ. β΄ του Ν.2741/1999, "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατα τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης απο την οποία εξαρτάται."

 

 

Κατά δε τη παρ.7του ίδιου άρθρου, καταχρηστικοί κατα την ενδεικτική απαρίθμηση αυτής, είναι οι γενικοί όροι των συναλλαγών υπό τα στοιχεία "α"έως και "λα". Κατα την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, που αποτελούν εξειδίκευση το γενικού κανόνα του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαμβάνεται υπόψη κατα κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού αυτής, πάντοτε δε στα πλαίσια της επίτευξης ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Λαμβάνονται προς τούτο υπόψη τα συμφέροντα και ενδιαφέροντα των συμβαλλόμενων μερών στη συγκεκριμένη σύμβαση και ερευνάται ποιές συνέπειες θα είχε η διατήρηση ή η κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά. Αν η προβλεπόμενη απο τον κρινόμενο γενικό όρο ρύθμιση είναι απλώς μη συμφέρουσα για τον καταναλωτή και η εντεύθεν επιβάρυνσή του δεν είναι ουσιώδης, τότε δεν επέρχεται διατάραξη της προκείμενης ισορροπίας.

 

 

Ας σημειωθεί ότι μετά την αντικατάσταση της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν.2251/1994 με το άρθρο 10 παρ.24 εδ. β΄ του Ν. 2741/1999, σε συμμόρφωση με την αρχή της μείζονος προστασίας του καταναλωτή που καθιερώνει το άρθρο 8 της ανωτέρω οδηγίας, αρκεί ν α επέρχ εται απλή και όχ ι υπέρμετρη  διατάραξη  ισορροπίας  των  δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμεν ων απο τη ρύθμιση του γεν ικού όρου. Εξάλλου, ενόψει του οτι ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου ΓΟΣ βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, με τους ΓΟΣ δεν απαγορεύεται η απόκλιση απο οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνον απο εκείνες   που   φέρουν   "καθοδηγητικό"   χαρακτήρα,   ή,    σε    περίπτωση    ατύπων συν αλλακτικών μορφ ών , απο  τα  ουσιώδη  για  την  επίτευξη  του  σκοπού  και τη διατήρηση της φ ύσεως της σύμβασης δικαιώματα και υποχ ρεώσεις των μερών που απηχ ούν πράγ ματι δικαιολογ ημέν ες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική    λειτουργία    του    ενδοτικού    δικαίου    διαταράσσεται    όταν    με    το περιεχ όμεν ο του ΓΟΣ αλλάζουν εκείν α που έχ ουν διαμορφ ωθεί με βάση τους καν όν ες του εν δοτικού δικαίου γ ια τη συγκεκριμέν η συμβατική μορφ ή. Επίσης ελέγχεται για καταχρηστικότητα ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων  και υποχρεώσεων, που προκύπτουν απο τη φ ύση της σύμβασης κατα τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της. Έτσι κατα τη διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας ΓΟΣ, πρέπει πρώτα να ερευνάται αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση απο τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια να ερευνάται ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, δηλαδή αν η απόκλιση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα.

 

 

Σε συμβάσεις που συνάπτονται με εταιρίες παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, οι ΓΟΣ παρουσιάζονται συνήθως είτε ως προδιατυπωμένοι έντυποι όροι προοριζόμενοι να διέπουν όλες τις συναλλαγές συγκεκριμένης εταιρίας με τους συνδρομητές πελάτες της, είτε ως πάγιο περιεχόμενο εντύπων ατομικών συμβάσεων προσχώρησης.

 

 

Περαιτέρω, στον χώρο των τηλεπικοινωνιών, η ανάγκη προστασίας της συμβατικής ισορροπίας και διασφάλισης της δικαιοπρακτικής αυτοδιάθεσης των συνδρόμητών είναι ιδιαίτερα έκδηλη, λόγω της οικονομικής και οργανωτικής υπεροχής ή αλλιώς της εξουσιαστικής θέσης των εταιριών αυτών, οι οποίες κατα κανόνα επιβάλουν μονομερώς στους ασθενέστερους συνδρομητές τους, στη βάση του "πάρε το ή αφησέ το", την κατάρτιση τυποποιημένων συμβάσεων με προδιατυπωμένους απο τις ίδιες (ή απο τρίτους για λογαριασμό τους) γενικούς όρους. Κατα συνέπεια, βάσιμα υποστηρίζεται η άποψη οτι οι διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 για τους ΓΟΣ εφαρμόζονται ευθέως ή κατ΄ αναλογία κατά τον έλεγχο των ΓΟΣ αυτών των συμβάσεων και μάλιστα ανεξάρτητα απο το εάν ο συνδρομητής συναλλάσσεται με την εταιρία στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή και της εμπορικής του ιδιότητας, αρκεί να χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή απο ανισομέρεια σε βάρος της διαπραγματευτικής δύναμης του πελάτη της εταιρίας παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Εξάλλου, οι εταιρίες αυτές υπάγονται στην έννοια του προμηθευτή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.4 περ. β΄του Ν. 2251/1994, που ορίζει οτι "ο προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή". Τέλος δε, οι παρεχόμενες απο τις εταιρίες τηλεπικοινωνιών υπηρεσίες σαφώς απευθύνονται και αφορούν στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, δεν προσφέρονται, ούτε σχεδιάζονται για ορισμένο αποδέκτη, αλλά έχουν κατά κανόνα μαζικό χαρακτήρα και έντονο το στοιχείο της τυποποίησης.

 

 

Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο Ν. 2251/1994 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις συνδρομητών κινητής τηλεφωνίας και ο έλεγχος που αναφέρθηκε παραπάνω εντάσσεται στο πλαίσιο της προστασίας του καταναλωτή, ως τέτοιου νοούμενου και του πελάτη των εταιρίων που παρέχουν υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας.